Share |

Τσακώνικα, ο μοναδικός «επιζών» της Δωρικής διαλέκτου (Video)

Ημερομηνίες Event: Πέμ, 13/10/2011

Η προβολή της ταινίας της Ελισάβετ Λαλουδάκη και του Massimo Pizzocaro θα είναι στο επίκεντρο της εκδήλωσης που οργανώνει το Παράρτημα Αθηνών της Γενικής Διεύθυνσης Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011 στην Αθήνα.

Η Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών είναι ένας θεσμός που φέτος κλείνει 10 χρόνια. Καθιερώθηκε το 2001 από το Συμβούλιο της Ευρώπης με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιδιώκει να αναδείξει τη σημασία της εκμάθησης γλωσσών και να προωθήσει τη γλωσσική και πολιτιστική ποικιλία της Ευρώπης. Με την ευκαιρία της ημέρας γλωσσών (26 Σεπτεμβρίου), αλλά και κατά τις εβδομάδες που ακολουθούν, οργανώνεται σειρά εκδηλώσεων ανά την Ευρώπη.

Η προβολή θα γίνει στο Γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Αθήνα, Λεωφ. Αμαλίας 8 (μετρό Σύνταγμα). Θα ακολουθήσει συζήτηση. Ώρα έναρξης 19.00. Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό. Θα ζητηθεί επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας.

A Groussa Namou (Our Language) trailer from HappyAnt.tv on Vimeo.

Η ταινία Α Γρούσσα Νάμου (Η Γλώσσα μας)

 Διάρκεια: 52’

Γλώσσα: Ελληνικά, Τσακώνικη Διάλεκτος

Σκηνοθέτες: Ελισάβετ Λαλουδάκη – Massimo Pizzocaro

Παραγωγή: HappyAnt.tv, 2011

Σε μια απόμερη γωνιά της Αρκαδίας, την Κυνουρία, στη σκιά του Πάρνωνα με θέα προς το Μυρτώο πέλαγο, μπορεί να ακούσει κανείς ανθρώπους να μιλούν μια περίεργη γλώσσα. Είναι τα τσακώνικα, ο μοναδικός ‘επιζών’ της Δωρικής διαλέκτου. Γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι συνέχισαν να μιλούν μια γλώσσα εντελώς άχρηστη; Εδώ και χιλιάδες χρόνια μόνον οι ίδιοι την καταλαβαίνουν, μόνον σε αυτόν τον κλειστό τόπο έχει ισχύ. Δυστυχώς, όχι για πολύ ακόμη. Τα τσακώνικα είναι προφορική γλώσσα που μεταδίδεται από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά. Ήδη από τη δεκαετία του ’60 φάνηκαν τα πρώτα σημάδια παρακμής. Πώς δέχτηκαν οι Τσάκωνες να την εγκαταλείψουν και να αφομοιωθούν πλήρως στην κυρίαρχη γλώσσα;

Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τη τσακώνικη διάλεκτο και δεν είναι θεωρητικά. Ο εικοστός αιώνας υπήρξε αιώνας κοσμογονικών αλλαγών για τη γλωσσική ποικιλία. Από τις περίπου 7.000 ομιλούμενες γλώσσες μόλις 10 είναι οι κύριες, αυτές δηλαδή που ‘μονοπωλούν’ τον μισό πληθυσμό του πλανήτη (αναγνωρίζονται ως μητρικές)! Σύμφωνα με στοιχεία της Unesco, σε αρκετές γλωσσικές περιοχές υπολογίζεται ότι το 90% των ομιλουμένων εκεί γλωσσών θα χαθεί στα επόμενα μόλις 100 χρόνια.

Η ταινία

Το βάρος της αφήγησης πέφτει αποκλειστικά στους ώμους των πρωταγωνιστών-ηρώων, είτε αυτοί είναι απλοί ομιλητές είτε σημαίνοντα μέλη της κοινότητας με δράση και άποψη για το ζήτημα ‘τσακώνικα’. Δεν υπάρχει άλλος αφηγητής. Οι ήρωές μας μας οδηγούν μέσα από τις προσωπικές τους ιστορίες, μας μιλούν μέσα από τη βιωμένη τους εμπειρία για το άμεσο παρελθόν, μας δείχνουν τη σημερινή κατάσταση και μας εμπιστεύονται τους φόβους και τις ελπίδες τους για το μέλλον. Κάποιες από αυτές τις ιστορίες διατρέχουν ολόκληρο το σώμα της ταινίας. Εμφανίζονται συνολικά 62 άνθρωποι. Ο καθένας φωτίζει με τον δικό του τρόπο και τη δική του ματιά το φλέγον ερώτημα: τι σημαίνει να ξέρεις ότι η γλώσσα σου σε λίγο καιρό δεν θα μιλιέται πια.

Αναλυτικότερα : Βλέπουμε τον Κώστα και την Ματίνα, ένα νεαρό ζευγάρι στην προσπάθειά του να συνεννοηθεί στα τσακώνικα με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Σημαντική λεπτομέρεια: μόνον ο Κώστας είναι άριστος ομιλητής ενώ η Ματίνα απλώς καταλαβαίνει λίγες λέξεις. Παρακολουθούμε τις προσπάθειες της Μηλιώς Κουνιά, μιας υπερδραστήριας γυναίκας από τα Μέλανα (εκδότρια της εφημερίδας ‘Κυνουρία’ και ανιψιά του μελετητή-τσακωνολόγου Θανάση Κωστάκη) να μαζέψει τους συχωριανούς της και κυρίως τα παιδιά για να οργανώσουν μια θεατρική παράσταση. Η Μηλιώ είναι πεισμένη ότι το θέατρο είναι ένας άριστος τρόπος να φέρει σε επαφή τη νέα γενιά με την αρχαία διάλεκτο. Τι γίνεται όμως όταν ο νεαρός πρωταγωνιστής της λέει ότι έχει κι άλλες υποχρεώσεις (πρέπει να πάει και στις κούνιες);

Ανεβαίνουμε στα ορεινά εκεί όπου ζουν λιγοστές οικογένειες κτηνοτρόφων σε συνθήκες προπολεμικές, δηλαδή χωρίς δρόμους και χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα!  Παρά τις δυσκολίες της ζωής αντιλαμβανόμαστε ότι είναι άνθρωποι χαρούμενοι, με μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ στα όρια του σουρεαλισμού. Συμμεριζόμαστε τον καημό του μπάρμπα Βασίλη που γκρινιάζει για την υπεροχή των γυναικών: η σύζυγος του Κατερίνα τον κυνηγάει με μια μυγοσκοτώστρα επειδή φοράει μίνι παντελόνι και φαίνονται τα μπουτάκια του. Μαθαίνουμε από τον Γιώργο τι σημαίνει να φύγεις έφηβος από το σπίτι σου και να βρεθείς από τον ορεινό Λάκκο με τα 7 καλύβια και την παραδείσια ξυπολησιά στους 57 δρόμους της Νέας Υόρκης, μετανάστης.

Ακολουθούμε τον Μαξίμ και τη Βαλεντίνα, δύο νέους Ρώσους επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Αγ. Πετρούπολης, οι οποίοι έχουν έρθει στην περιοχή για να πραγματοποιήσουν γλωσσολογική έρευνα και παίρνουμε θάρρος από την αισιοδοξία τους. Αντιλαμβανόμαστε τον αμφιλεγόμενο ρόλο της εκπαίδευσης: ο κύριος Γιάννης, συνταξιούχος δάσκαλος τώρα πια, θυμάται το ξύλο που έφαγε ως μικρός μαθητής από τον δικό του, ανίδεο και κοντόφθαλμο δάσκαλο μόνο και μόνο γιατί μιλούσε τη πατρογονική του γλώσσα. Από την άλλη μεριά η Ελένη μιλάει ακόμη με παράπονο για την απόφαση των γονιών της να στερήσουν σε αυτήν μόνο και όχι στους αδερφούς της (ήταν βλέπετε κορίτσι…) την πολυπόθητη εκπαίδευση. Κι όμως, η αγραμματοσύνη των γυναικών που μεταφραζόταν σε μηδενική επαφή με την ελληνική γλώσσα ήταν ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την επιβίωση της τσακώνικης διαλέκτου.

Μπαίνουμε σε σπίτια και σε καφενεία, παρακολουθούμε γλέντια, ακούμε συγκινητικές ιστορίες αλλά και ανέκδοτα, μαθαίνουμε για προξενιά και για γέννες. Η γλώσσα πεθαίνει αλλά δυστυχώς όχι μόνη της. Μαζί της φεύγει κι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Ευτυχισμένοι αυτοί που τον γνώρισαν.

Συμπληρωματικές πληροφορίες:

Η Τσακώνικη διάλεκτος ομιλείται στην γεωγραφική περιοχή ανάμεσα στο Λεωνίδιο και τον Αγ. Αντρέα. Περιλαμβάνει τα χωριά Μέλανα, Τυρός, Σαπουνακέικα, Βασκίνα, Πραστός, Σίταινα, Καστάνιτσα και το Λεωνίδιο (πρωτεύουσα του δήμου Νότιας Κυνουρίας).

Τα ιδιαίτερα ‘δωρικά’ χαρακτηριστικά της είναι:

η χρήση του α αντί του η , π.χ. μάτερ – μάτη, αντί για μήτηρ

η τροπή του θήτα σε σίγμα, π.χ. κρίσα αντί για κριθάρι

η αποβολή του σίγμα ανάμεσα σε δύο φωνήεντα, π.χ. ορούα αντί για ορώσα

ο ρωτακισμός, δηλαδή η τροπή του τελικού σίγμα σε ρο όταν ακολουθεί φωνήεν, π.χ. καούρ εκάνατε (καλώς ήλθατε).

Υπάρχουν τρεις διαφορετικές παραλλαγές της τσακώνικης διαλέκτου: το ιδίωμα της Νότιας Κυνουρίας (Τυρός, Μέλανα κλπ.), το ιδίωμα της Καστάνιτσας-Σίταινας και το ιδίωμα της Προποντίδας. Το τελευταίο δεν ομιλείται πια από κανένα. Έχουν εντοπιστεί κάποιες ομοιότητες της τσακώνικης με το κατω-ιταλικό ιδίωμα, την καππαδοκική και την ποντιακή διάλεκτο.

Η πρώτη γραπτή καταγραφή της γλώσσας έγινε το 1668 από τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί ο οποίος διερχόμενος από την περιοχή άκουσε και κατέγραψε 35 λέξεις. Οι πιο σημαντικοί μελετητές της διαλέκτου υπήρξαν ο Μιχαήλ Δέφνερ, ο Hubert Pernotκαι ο Θανάσης Κωστάκης στον οποίο οφείλουμε και το τρίτομο λεξικό (έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών)

Οι ομιλητές της διαλέκτου σήμερα υπολογίζονται γύρω στις 2.000- 4.000, αν συμπεριλάβουμε και αυτούς που διαθέτουν όχι άριστη αλλά καλή χρήση της γλώσσας. Έχουν γίνει κατά καιρούς προσπάθειες να διδαχτεί η γλώσσα στα παιδιά, όμως το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίζεται είναι ότι πρόκειται για προφορική γλώσσα με τεράστιες δυσκολίες στη γραφή και την ανάγνωση (π.χ. το τσακώνικο αλφάβητο έχει 34 γράμματα).

 

Σημείωμα των σκηνοθετών

 

Όταν η ταινία υπήρχε μόνο στο μυαλό μας, δύο ήταν οι έγνοιες μας:

Στόχος 1 (ρεαλιστικός): ο θεατής να λαμβάνει επαρκώς τις πληροφορίες που χρειάζεται χωρίς ούτε στιγμή να έχει την αίσθηση ότι παρακολουθεί επιστημονικό συνέδριο ή ακόμη χειρότερα ότι του διαβάζουν τα πρακτικά του συνεδρίου. Ούτε ίχνος σοβαροφάνειας, ούτε υποψία ψευδο-ακαδημαϊκού βάρους.

Στόχος 2 (όνειρο τρελό): να καταφέρουμε να μεταδώσουμε τη χαλαρή ατμόσφαιρα που επικρατεί στην περιοχή, την παιγνιώδη, σχεδόν παιδική στάση των ανθρώπων απέναντι στη ζωή. Να κάνουμε μια ταινία για μια γλώσσα που χάνεται και να είναι ανάλαφρη και ζωντανή, σα δροσερό αεράκι. Όχι γιατί έτσι μας αρέσει, αλλά γιατί έτσι είναι εκεί.

Καθώς περνούσε ο καιρός και τα γυρίσματα προχωρούσαν αντιληφθήκαμε ότι ο δεύτερος δεν ήταν απλός στόχος αλλά επιτακτική ανάγκη. Ιδού γιατί:

Οι Τσάκωνες ανήκουν στον παλαιό κόσμο. Η επαφή τους με τον Ξένο, το άνοιγμα στον τουρισμό, η μετανάστευση, η σύγχρονη ζωή ελάχιστα άλλαξε τις δομές και τους κανόνες της κλειστής τους κοινωνίας. Για να είμαστε ακριβείς, δεν επιδιώκουν την απομόνωση, απλώς επιδεικνύουν μια πεισματική άρνηση να δεχτούν τις εξελίξεις. Η προσκόλλησή τους στην αρχαία δωρική γλώσσα όταν όλος ο κόσμος τριγύρω τους, ακόμη και οι μη Έλληνες, υιοθετούσε την Κοινή, είναι μόνο μια όψη, ίσως η πιο ακραία, της απροθυμίας τους να αλλάξουν. Κάποιοι χαριτολογώντας ανακαλούν τη ρήση ‘Χριστιανός ή Τσάκωνας;’ - σχεδόν υπερηφανεύονται ότι τους πήρε περίπου 1.000 χρόνια για να αποδεχθούν τη νέα θρησκεία! Τη μητριαρχία πάντως ουδέποτε την εγκατέλειψαν, έστω κι αν χρειάστηκε να την συγκαλύψουν για τους τύπους.

Μέσα σε αυτό το αυστηρά περιχαρακωμένο περιβάλλον, τα όρια είναι πολύ σημαντικά, σχεδόν ιερά. Στην Τσακωνιά ο ξένος δεν μπαίνει εύκολα σε σπίτι, τελεία και παύλα. Πού να κρατάει και κάμερα…Το φολκ τον περιμένει στην γωνία (ακριβέστερα, στην πλατεία του χωριού).

Τι συμβαίνει όμως όταν  αυτός που ζητάει να ακούσει και να καταγράψει δεν είναι ξένος αλλά δικός τους άνθρωπος;

Η Ελισάβετ είναι μέλος της κοινότητας, αυτή η ιστορία είναι και δική της. Καταλαβαίνει τσακώνικα, βασικό προαπαιτούμενο. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου οι γιαγιάδες και οι παππούδες μιλούσαν σχεδόν αποκλειστικά τσακώνικα. Με τα ρωμέικα (δηλαδή τα ελληνικά) δυσκολεύονταν. Ο πατέρας της ωστόσο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και επιπλέον παντρεύτηκε εκτός Τσακωνιάς, άρα στο σπίτι τα τσακώνικα δεν ακούγονταν. Καταλαβαίνει αλλά δυσκολεύεται να τα μιλήσει καλά, όπως οι περισσότεροι νέοι Τσάκωνες.  Είναι τυπικά δείγματα κρίκου που έσπασε και διέκοψε την αλυσίδα: τα άκουσαν από τους γονείς τους, δεν θα τα μεταδώσουν στα παιδιά τους.

Στη δική μας περίπτωση λοιπόν η κάμερα δεν ήταν εισβολέας. Τα σπίτια ήταν ανοιχτά, οι κουβέντες ελεύθερες, ο χώρος άπλετος. Οι απαιτήσεις μας περιορισμένες στο ελάχιστο: τους ζητήσαμε όχι να μιλήσουν για τη γλώσσα αλλά να μιλήσουν τη γλώσσα, δηλαδή να μας επιτρέψουν να δείξουμε τον κόσμο τους. Έτσι είναι εκεί.