Share |

Γεράκι

Γεωγραφικά στοιχεία

Οικισμός: Γεράκι
Υψόμετρο: 340 μ.
Επίσημη Ονομασία: Γεράκιον,το
Τοπ. διαμέρισμα: Τ.Δ.Γερακίου
Έδρα Δήμου: Σκάλα
Περιφ. Ενότητα: Λακωνία
Κωδ. Οικισμού: 16050101
Πρώην (Καποδιστριακός) Δήμος: ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΟΝΘΡΩΝ

Το Γεράκι, κωμόπολη της Λακωνίας, βρίσκεται 36 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σπάρτης  σε υψόμετρο 300 μέτρων...

Φωτογραφίες

Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι
Γεράκι

Χάρτης Γεράκι

Javascript is required to view this map.

Γεράκι

Το Γεράκι, κωμόπολη της Λακωνίας, βρίσκεται 36 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σπάρτης  σε υψόμετρο 300 μέτρων από την θάλασσα και είναι ίσως από τις ελάχιστες περιοχές της Ελλάδος, που παρουσιάζουν ιστορικό βίο σχεδόν 5000 χρόνων, χωρίς διακοπή. 

Ο  επισκέπτης μπορεί να σεργιανίσει στα στενά δρομάκια του με τα πέτρινα αρχοντικά και τις θολωτές αυλόπορτες, να ξεκουραστεί στην πλακόστρωτη πλατεία με τα παραδοσιακά καφενεία και τις ταβέρνες, να αγναντέψει ολόκληρη τη Λακωνία (θέαμα μοναδικό), να καμαρώσει το ψηλό ανάστημα του Ταϋγέτου και το Λακωνικό κόλπο. Μπορεί να επισκεφθεί την ακρόπολη, να ανηφορίσει στο μεσαιωνικό κάστρο και να αφουγκραστεί τους θρύλους και τις παραδόσεις μέσα από τα ευρήματα και τα χαλάσματα. Μπορεί να σπουδάσει την αρχιτεκτονική των 30 βυζαντινών ναών του (12ου-15ου αιώνα) και μέσα από τις σπάνιες τοιχογραφίες να αγγίξει τη σφαίρα της θρησκευτικής ανάτασης της εποχής εκείνης. Ο επισκέπτης μπορεί  σε 20 λεπτά να φτάσει σε υψόμετρο  1.200 μ. (στον Κοσμά) και σε 30 λεπτά στα λιμανάκια του Λακωνικού κόλπου.

 H ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΑΚΙΟΥ

Προϊστορική Εποχή.  Ο τόπος όπου βρίσκεται το σημερινό Γεράκι κατοικήθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων, ακόμη και προ της εποχής από την οποίαν υπάρχουν ιστορικά κείμενα. Κατά τις ανασκαφές οι οποίες έγιναν το 1905 από την Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή των Αθηνών στην αρχαία ακρόπολη του χωριού, την τοποθεσία την οποία οι σημερινοί κάτοικοι ονομάζουν "Δοντάκια", ανακαλύφθηκαν αντικείμενα τα οποία ανήκουν στην Νεολιθική  εποχή, η οποία σύμφωνα με τους αρχαιολόγους ανάγεται στην τετάρτη προ Χριστού χιλιετία. Τα ευρήματα αυτά αποδεικνύουν ότι ο τόπος αυτός είχε συνοικισθεί και κατοικηθεί από ανθρώπους σχεδόν πριν από 6.000 χρόνια. Αρχαιολογικά ευρήματα που συνδέονται με αυτήν την περίοδο έχουν βρεθεί σε πολύ λίγα άλλα μέρη της Πελοποννήσου και πουθενά αλλού στη Λακωνία.  Στις ίδιες ανασκαφές βρέθηκαν επίσης αντικείμενα από την εποχή του Χαλκού η οποία διαδέχθηκε τη νεολιθική και κατά τους αρχαιολόγους παραπέμπει στα μέσα της τρίτης χιλιετίας, ήτοι περί τα 2.500 χρόνια προ Χριστού. Επειδή τα αρχαία και των δύο αυτών εποχών βρέθηκαν μαζί στο ίδιο μέρος, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι ο νεολιθικός πολιτισμός του συνοικισμού δεν καταστράφηκε αποτόμως, αλλά αντικαταστάθηκε σταδιακώς από τον πολιτισμό της εποχής του χαλκού, ο οποίος διείσδυσε στην Πελοπόννησο από άλλα μέρη της Ελλάδος.

Μυκηναϊκή Εποχή.  Κατά την εποχή αυτή, η οποία αρχίζει από το 1.800 προ Χριστού περίπου και διαρκεί μέχρι την κάθοδο των Δωριέων , ήτοι μέχρι το έτος 1.104 προ Χριστού, δημιουργήθηκε στην τοποθεσία αυτή τέλειος αστικός συνοικισμός, δηλαδή πόλη, η οποία πιθανώς έκτοτε να ονομάζετο Γερόνθραι. Στις ανασκαφές που έγιναν βρέθηκαν πολλά αντικείμενα που ανήκουν σ΄αυτήν την εποχή, στην πλειονότητά τους μυκηναϊκά αγγεία. Εκείνα τα χρόνια είχε οχυρωθεί η ακρόπολη των Γερονθρών με κυκλώπειο τείχος από το οποίον σώζονται σήμερα πολλά λείψανα. Η οχύρωσή της φαίνεται ότι ήταν αρκετά αποτελεσματική και οι κάτοικοι της πόλης ανδρείοι, διότι μπόρεσαν να αντισταθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα στις επιθέσεις των Δωριέων, οι οποίοι το 1.024 προ Χριστού, επί βασιλέως Τισαμενού κατέλαβαν την επαρχία Λακεδαίμονος και ίδρυσαν τη δωρική Σπάρτη. Για 300 συνεχή έτη και σκληρούς αγώνες, οι Αχαιοί κάτοικοι των Γερονθρών και δύο άλλων επιφανών πόλεων της Λακεδαίμονος, των Αμυκλών και της Φάριδος (τοποθετείται στην περιοχή του Ξηροκαμπίου ), αντιστάθηκαν την κατάκτηση των Δωριέων. Όμως κατά το έτος 700 προ Χριστού επί βασιλέως της Σπάρτης Τηλέκλου, οι Δωριείς μετά από πόλεμο, κυρίευσαν και τις τρεις αυτές πόλεις, τα τελευταία προπύργια των Αχαιών στη Λακεδαίμονα. Οι κάτοικοι των Γερονθρών  και της Φάριδος εκδιώχθηκαν  από τον τόπο τους σε άλλα μέρη της Λακωνίας όπου κατοικούσαν Αχαιοί και οι Δωριείς έστειλαν εποίκους από τη δική τους φυλή. Οι κάτοικοι των Αμυκλών έγιναν είλωτες (δούλοι ) των Δωριέων.

Δωρικοί και Κλασσικοί Χρόνοι.   Μετά την εποίκηση των Δωριέων και ακόμη περισσότερο κατά τους μεταγενέστερους κλασσικούς χρόνους, η πόλη ήκμασε και εξελίχθηκε σε σπουδαίο πολιτικό και εμπορικό κέντρο. Τούτο συμπεραίνεται από τις επιγραφές της περιόδου αυτής, τα προξενικά ψηφίσματα, τα γλυπτά που βρέθηκαν, τα αρχιτεκτονικά μέλη και άλλα αρχαία καθώς και από το πυκνό δίκτυο δρόμων προς όλες τις κατευθύνσεις. Από τα γλυπτά το ωραιότερο είναι αυτό που απεικονίζει τον θλιμμένο έφηβο. Τα κινητά αυτά αρχαία αντικείμενα βρήκε ή συγκέντρωσε ο φιλάρχαιος κάτοικος Γερακίου Γεώργιος Α. Παπανικολάου, ο οποίος διατέλεσε  επί πολλά έτη δήμαρχος Γερονθρών και  αφοσιώθηκε με ιερό ενθουσιασμό και ζήλο στην ανεύρεση, περισυλλογή και διαφύλαξη των αρχαιοτήτων της περιοχής, γι΄αυτό δικαίως ονομάσθηκε ιεροφύλακας του Γερακίου. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1990, η Αρχαιολογική Σχολή του Άμστερνταμ της Ολλανδίας πραγματοποίησε σειρά ανασκαφών στην αρχαία Ακρόπολη και έφερε στο φως πολλές αρχαιότητες καθώς και ένα μεγάλο αριθμό νομισμάτων τα οποία ανήκουν στην κλασσική περίοδο.

    Στις αρχαίες Γερόνθρες υπήρχαν, όπως αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας, δύο ναοί, ο μεν ένας αφιερωμένος στον θεό του φωτός και της μουσικής Απόλλωνα, ο δε άλλος στον θεό του πολέμου Άρη. Ως εκ τούτου μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι οι κάτοικοι των Γερονθρών, Δωριείς όντες, ήσαν όχι μόνον πολεμιστές, αλλά και φιλόμουσοι. Ο ναός του Απόλλωνος ευρίσκετο στην Ακρόπολη και υπήρχε σ΄αυτόν χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού. Ο ναός του Άρεως ευρίσκετο πλησίον των πηγών, δηλαδή στην περιοχή ΄΄Κάτω Βρύση΄΄ και πιθανότατα στη θέση ΄΄Μητρόπολη΄΄όπου σώζονται ακόμη και σήμερα τα λείψανα παλαιοχριστιανικής εκκλησίας, η οποία πιθανότατα κτίστηκε στον χώρο του αρχαίου ναού. Γύρω από τον ναό υπήρχε  άλσος, όπου κάθε έτος ετελείτο εορτή στην οποίαν απηγορεύετο στις γυναίκες να συμμετάσχουν ακόμη και να εισέλθουν στο άλσος.

Ρωμαϊκοί Χρόνοι.  Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη των Γερονθρών ανήκε στο λεγόμενο Κοινό των Ελευθερολακώνων, ήτοι μίαν αυτόνομον συμπολιτεία, την οποία αποτελούσαν διάφορες πόλεις της Λακεδαίμονος, οι οποίες είχαν αποσπασθεί από την κυριαρχία της Σπάρτης κατά το έτος 146 προ Χριστού. Από την εποχή αυτή σώζονται διάφορες επιγραφές και προξενικά ψηφίσματα, επί προσθέτως δε και λείψανα υδραγωγείου και βαλανείου ( δημόσια λουτρά ).

    Κατά τον τρίτον και τέταρτον μετά Χριστόν αιώνα, η πόλη είχε γίνει σπουδαίο εμπορικό κέντρο, όπως συμπεραίνεται από τα σωζόμενα αποσπάσματα του περίφημου διατάγματος του αυτοκράτορα Διοκλητιανού του έτους 301 μετά Χριστόν με το οποίον ορίζετο το ανώτατον όριον των τιμών ορισμένων καταναλωτικών αγαθών πρώτης ανάγκης, επί ποινή θανάτου σε περίπτωση υπερβάσεως. Οι μαρμάρινες κολώνες όπου αναγράφονται τα αποσπάσματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή ως παραστάδες και ως επίθημα (πρέκι) της κυρίας εισόδου του ναού του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου που βρίσκεται στη θέση΄΄Κάτω Βρύση΄΄.

Βυζαντινοί Χρόνοι.  Η πόλη των Γερονθρών εξακολούθησε να ακμάζει και στους επόμενους αιώνες και γι΄αυτό ανεφέρετο στον κατάλογο των επαρχιών και πόλεων, ο οποίος συντάχθηκε από τον Ιεροκλή κατά το έκτον αιώνα μετά Χριστόν. Κατά τον πέμπτον αιώνα κτίσθηκε χριστιανική εκκλησία, βασιλική, της οποίας τα λείψανα σώζονται στη θέση ΄΄Μητρόπολη΄΄. Κατά τους χρόνους αυτούς οχυρώθηκε περαιτέρω η ακρόπολη με νέα τείχη των οποίων ορισμένα μέρη σώζονται ακόμη και σήμερα.

    Είναι πιθανόν ότι στα τελευταία χρόνια πριν από τη φραγκική κατάκτηση να κτίστηκαν μερικοί από τους ναούς που σώζονται ακόμη και σήμερα, όπως ο τρίκλιτος ναός του Αγίου Γεωργίου στο Κάστρο σε ρυθμό θολωτής βασιλικής με νάρθηκα και τοιχογραφίες του 13ου αιώνος καθώς και ένα θαυμάσιοδιάγλυπτο εικονοστάσιο από πωρόλιθο, ο σταυρεπίστεγος ναός των Θεοφανίων στη μέση του βουνού του Κάστρου με τοιχογραφίες του 13ου αιώνος, ο σταυροειδής μονόκλιτος ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου με τοιχογραφίες του 12ου αιώνος στη συνοικία ΄΄Επάνω Βρύση΄΄, ο ναός του Αγίου Νικολάου στον ΄΄Πύργο΄΄με τοιχογραφίες του 13ου αιώνος και  του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου στην ΄΄Κάτω Βρύση΄΄,  ρυθμού  θολωτής  βασιλικής με τοιχογραφίες σε δύο στρώματα, το ένα από το 1300 και το άλλο με εγχαραγμένη χρονολογία 1450.

   Είναι πιθανόν ότι στην ίδια χρονική περίοδο ανήκουν και άλλοι κατεστραμμένοι ναοί γύρω από το χωριό, των οποίων σε πολλές περιπτώσεις  μόνον τα θεμέλια σώζονται. Εικάζεται επίσης ότι κατά τους ίδιους χρόνους  επεκράτησε το νέο όνομα Γεράκι με το οποίον είναι γνωστός ο τόπος αυτός σήμερα.

Φραγκοκρατία.   Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Λατίνους σταυροφόρους το 1204 μετά Χριστόν, οι Φράγκοι έγιναν κύριοι εκτός άλλων περιοχών  και της Πελοποννήσου, του Μορέως, όπως ονομάζετο τότε, την οποίαν διήρεσαν σε δώδεκα μεγάλες βαρονίες και τοπαρχίες. Μία απ΄αυτές ήταν και το Γεράκι μαζί με την περιοχή του όπου ανέλαβε επικεφαλής ο Γάλλος βαρόνος GuydeNivelet, ο οποίος το 1209, έκτισε εκεί το Κάστρο που σώζεται μέχρι σήμερα. Αλλά ο τόπος αυτός μαζί με το Κάστρο μόνον 50 χρόνια παρέμεινε στα χέρια των Φράγκων, διότι το 1262 αναγκάσθηκαν να το παραδώσουν στους Βυζαντινούς μαζί με τα κάστρα της Μονεμβασίας, του Μυστρά και της Μάνης για την απελευθέρωση του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουΐνου και των άλλων βαρόνων και ιπποτών, οι οποίοι στη μάχη της Πελαγονίας το 1259 είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Βυζαντινούς.

Τελευταίοι Βυζαντινοί Χρόνοι.     Μετά την ανάκτησή του από τους Βυζαντινούς, το Γεράκι φαίνεται ότι σημείωσε νέα περίοδο κοινωνικής και θρησκευτικής ακμής. Γι΄αυτό συναντάει κανείς εγκατεστημένες στην περιοχή οικογένειες οι οποίες έχουν επισήμους εκκλησιαστικούς και κοινωνικούς τίτλους ή επισημοφανή ονόματα ή και ονόματα επιφανών Λακεδαιμονίων οίκων. Από αυτή την εποχή σώζονται, άλλοι περισσότερο και άλλοι ολιγότερο ακέραιοι, περίπου 30 ναοί από τους οποίους οι 10 μέσα στον μεσαιωνικό οικισμό του Κάστρου. Οι πλέον αξιόλογοι από αυτούς είναι από τον 12ο αιώνα οι σταυροειδείς με τρούλο στηριζόμενο σε πεσσούς  ναοί του Αγίου Σώζοντος και του Αγίου Αθανασίου, αμφότεροι διακοσμημένοι με τοιχογραφίες από τον 12ο και 14ο αιώνα αντιστοίχως, ο σταυρεπίστεγος ναός των Αγίων Θεοδώρων, ο ναός του Προφήτη Ηλία με τοιχογραφίες από τον 17ο αιώνα αγιορείτικου τύπου με τρούλο στη θέση ΄΄ Δάφνη΄΄ όπου παλαιότερα υπήρχε μοναστήρι, ο σταυρεπίστεγος ναός της  Αγίας Παρασκευής  με τοιχογραφίες του 13ου αιώνος σε τρία στρώματα,  ο μονόκλιτος ναός της Παναγίας της Ελεούσης (Ζωοδόχου Πηγής) σε τύπο θολωτής βασιλικής στην περιοχή κάτω από το Κάστρο με τοιχογραφίες του 1431, ο ναός του προφήτη Ηλιού στη μέση του βουνού του Κάστρου, και αυτός σε τύπο  θολωτής βασιλικής καθώς και ο σταυρεπίστεγος ναός των Ταξιαρχών στη δεύτερη κορυφή νοτίως της κορυφής του Κάστρου, όπου μεταξύ άλλων υπάρχει μία αξιοθαύμαστη τοιχογραφία της αλώσεως της Ιεριχούς από τον ήχο των σαλπίγγων των Ισραηλιτών υπό την ηγεσία του Ιησού του Νευή.

     Κατά την ανέγερση ορισμένων ναών γύρω από το χωριό, όπως ο ναός του Αγίου Αθανασίου, του  Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου  κ.α., χρησιμοποιήθηκαν και μάρμαρα τα οποία είναι εμφανές ότι προήλθαν από αρχαίους ναούς, οικοδομήματα και βάθρα αγαλμάτων.

    Εκτός των προαναφερθέντων ναών, διακρίνονται περίπου άλλοι σαράντα ναοί ερειπωμένοι. Πιθανώς να υπήρχαν και άλλοι ναοί οι οποίοι κατεστράφησαν με την πάροδο του χρόνου και κανένα ίχνος δεν απέμεινε. Πάντως το ότι πολλοί ναοί διασώζονται σήμερα οφείλεται κυρίως στα μέτρα στερεώσεώς των, τα οποία με μεγάλη επιμέλεια έλαβε ο φιλάρχαιος Δήμαρχος  Γεώργιος Α. Παπανικολάου πριν από αρκετές δεκαετίες, τα οποία εκτελέσθηκαν με δική του επίβλεψη. Έτσι διασώθηκαν οι ναοί του Αγίου Σώζοντος, του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, των Αγίων Θεοδώρων και των ναών στην περιοχή του Κάστρου Αγίου Γεωργίου, Παναγίας της Ελεούσης και Αγίας Παρασκευής.

    Απ΄ότι φαίνεται, πολλοί από αυτούς τους ναούς κτίστηκαν από κατοίκους του Γερακίου ή από Γερακίτικες οικογένειες που χαρακτηρίζοντο την εποχή εκείνη από βαθιά ευσέβεια, πιθανώς δε να ήταν και η εκπλήρωση κάποιου τάματος. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως, οι ιδρυτές  είχαν φροντίσει να διακοσμήσουν τους ναούς αυτούς με αξιοθαύμαστες τοιχογραφίες.

Τουρκοκρατία και Απελευθέρωση.  Οι Βυζαντινοί κράτησαν το Γεράκι 200 χρόνια από το έτος 1259 που το ανακατέλαβαν από τους Φράγκους. Το 1460 όμως ο Μυστράς , η υπόλοιπη Λακεδαίμων μαζί με το Γεράκι, εκτός από τη Μονεμβασία, περιήλθαν στα χέρια των Τούρκων των οποίων ηγήθηκε ο ίδιος ο Μωάμεθ ο Κατακτητής, ο οποίος έφθασε μέχρι τον Μυστρά. Τρία χρόνια αργότερα, ήτοι το 1463, το Κάστρο του Γερακίου κατελήφθη από τους Βενετούς, αλλά δεν έμεινε υπό την κυριαρχία των παρά μόνον πέντε χρόνια και το 1468 περιήλθε πάλι στα χέρια των Τούρκων. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, συνεχίσθηκε η ευσεβής παράδοση των Γερακιτών, όπως και κατά τους προηγούμενους αιώνες. Στα χρόνια που ακολούθησαν, χτίστηκαν και άλλοι ναοί εντός του οικισμού και στη γύρω περιοχή, όπως οι μικροί μονοκάμαροι ναοί του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Κυριακής, της Αγίας Σοφίας, του Αγίου Δημητρίου κ.α. Το 1702 κτίσθηκε και ο καθεδρικός ναός του χωριού, της  Κοιμήσεως της Θεοτόκου κατόπιν προτροπής και εν μέρει καλύψεως της δαπάνης του μονάζοντος στο Άγιον Όρος Γερακίτη, Κωνσταντίνου Μπράτη. Κατά την περίοδο αυτή, ιδρύθηκε και η ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου νοτιοανατολικά του χωριού προς το Αλεποχώρι. Στη Μονή αυτή καθώς και στην προαναφερθείσα  Μονή του Προφήτη Ηλία στη θέση ΄΄Δάφνη΄΄ εμόνασαν πολλοί Γερακίτες. Και στις δύο αυτές Μονές υπήρχαν  μοναχοί μέχρι το 1833, οπότε έπαυσαν να λειτουργούν, όπως και άλλες Μονές. Αλλά ο θρησκευτικός ζήλος των Γερακιτών συνέχισε να είναι ζωηρός και έτσι όσοι επιθυμούσαν να μονάσουν μετέβαιναν στη Μονή Ελώνης ή στο Άγιον Όρος, όπως ο Ακάκιος Μάδης  και ο Σωφρόνιος Σταμάτος, οι οποίοι ξεχώρισαν για την υποδειγματική μοναχική ζωή και την αρετή τους. Από το Γεράκι κατήγετο και ο νεομάρτυρας της εκκλησίας μας  Ιωάννης, ο οποίος μαρτύρησε στη Λάρισα το 1773 και του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 21 Οκτωβρίου.

   Προ και κατά το διάστημα της εξεγέρσεως των Ελλήνων κατά  του Τουρκικού Ζυγού υπήρχε στο Γεράκι η έδρα της Επισκοπής του Έλους, η οποία και διετηρήθη μέχρι το 1833, οπότε  καταργήθηκε και συγχωνεύθηκε  με την Επισκοπή της Σπάρτης. Της Επισκοπής αυτής διετέλεσε προτελευταίος Επίσκοπος ο Γερακίτης Ιωάσαφ Γερακός (+1810), τον οποίον διαδέχθηκε ο ενθουσιώδης και πατριωτικότατος  Άνθιμος  που εκτός των άλλων αρετών του έμεινε γνωστός για τη δράση του πριν και κατά την επανάσταση του 1821.

   Κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως ενάντια στον Τουρκικό Ζυγό, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απηύθυνε από το Γεράκι στις 2 Σεπτεμβρίου 1825 εγκύκλιο  προς τους ΄΄γενναίους Σπαρτιάτες, μικρούς και μεγάλους, καπεταναίους και στρατιώτες΄΄ με παραινέσεις και προτροπές για ενεργό συμμετοχή στον αγώνα κατά των Τούρκων του Ιμπραήμ, οι οποίοι είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο και κατέστρεφαν και έκαιγαν τα πάντα στο πέρασμά τους. Με διάφορες δε αψιμαχίες γύρω από το Γεράκι, ο Κολοκοτρώνης καθυστέρησε την επέλαση των Τούρκων και έδωσε καιρό στα γυναικόπαιδα να διασχίσουν την οροσειρά του Πάρνωνος και να διαφύγουν  στο Λεωνίδιο και από εκεί με βάρκες στις Σπέτσες και στην Ύδρα.

Τα Χρόνια μετά την Απελευθέρωση.  Αμέσως μετά την απελευθέρωση, από τους Τούρκους, οι Γερακίτες διεκρίθησαν για την εργατικότητά τους και τη φιλομάθειά τους, αρετές τις οποίες μετέδωσαν από τη μία  γενεά στην επομένη. Έτσι κατόρθωσαν να καταστήσουν δεκτικά καλλιέργειας ακόμη και τα σχετικώς πετρώδη εδάφη της περιφέρειας του χωριού. Τα κύρια προϊόντα που παρήγαγε το Γεράκι κατά καιρούς μετά την ανεξαρτησία και τις δεκαετίες που ακολούθησαν ήταν το σιτάρι, το κριθάρι, οι ελιές, το ελαιόλαδο, το κρασί καθώς και μικροποσότητες για ίδια κατανάλωση από όσπρια, πατάτες, σύκα, μέλι και λαχανικά. Για κάποια μικρή σχετικώς περίοδο, οι Γερακίτες δοκίμασαν την καλλιέργεια του καπνού και τη μεταξοσκωληκοτροφία. Επίσης, η ενασχόληση με την κτηνοτροφία ήταν συνεχής μέχρι και σήμερα για ορισμένες οικογένειες του χωριού.

     Μέχρι τη δεκαετία του 1960, οπότε άρχισαν να χρησιμοποιούνται μηχανικά μέσα, η καλλιέργεια των αγρών πραγματοποιείτο με ζώα ( μουλάρια, άλογα, γαϊδούρια και παλαιότερα βόδια ). Έτσι κάθε σπίτι  είχε τα δικά του ζώα για τις γεωργικές εργασίες  και ακόμη κάποια οικόσιτα ζώα και πουλερικά τα οποία συνέβαλαν στο να καλύψουν τις ανάγκες κάθε οικογένειας σε φαγητό, πράγμα πολύ σοβαρό,  ιδιαιτέρως κατά τα δύσκολα χρόνια που πέρασε κατά καιρούς η χώρα μας. Για την ολοκλήρωση της εικόνας του Γερακίτικου αγροτικού σπιτιού πρέπει να αναφερθεί ότι πολλές Γερακίτισσες παλαιότερα, αλλά και ορισμένες και σήμερα ασχολούνται με την υφαντουργία και την ταπητουργία. Τα κιλίμια του Γερακίου ήταν ανέκαθεν φημισμένα όχι μόνον στη Λακωνία, αλλά και εκτός αυτής. Τάπητες αυτού του είδους βραβεύθηκαν στη Διεθνή Έκθεση της Βιέννης το 1873 και στη Διεθνή Έκθεση στο Ζάππειο των Αθηνών το 1890.

   Στον τομέα των γραμμάτων διεκρίθησαν πολλοί Γερακίτες. Ο χώρος δεν επιτρέπει να αναφερθούν όλοι παρά μόνον μερικοί ως παράδειγμα. Ο δάσκαλος Γεώργιος Δούλφας, λάτρης και γνώστης της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, ο οποίος εφύτευσε γύρω από την οικία του στη νοτιοδυτική άκρη του χωριού το αλσύλλιο με τα κυπαρίσσια, το οποίον ονόμασε ΄΄Κρόνιον΄΄ κατά μίμηση του αλσυλλίου του αρχαίου κυνικού φιλοσόφου Διογένους στην Κόρινθο. Ένας άλλος δάσκαλος, ο Κωνσταντίνος Κωνστιάντος συνέβαλε επίσης πολύ στη μόρφωση των παιδιών του χωριού. Πιο σύγχρονος των δύο αυτών επιστημόνων ήταν ο Παναγιώτης Ηλία Πουλίτσας, ο οποίος διετέλεσε Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, συγγραφέας πολλών νομικών βιβλίων, Ακαδημαϊκός και Πρωθυπουργός της Ελλάδος το 1946, σε μια περίοδο πολύ δύσκολη για τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος. Εκτός αυτών, πολύ θετική ήταν η συνεισφορά και άλλων από τον τομέα της εκπαιδεύσεως, της τοπικής αυτοδιοικήσεως και από άλλους χώρους όπου υπηρέτησαν.

    Το 1880, οι Γερακίτες ήταν από τούς πρώτους κατοίκους  της Πελοποννήσου που άρχισαν να αποδημούν στις  Ηνωμένες  Πολιτείες και στον Καναδά, όπου ίδρυσαν τους πρώτους πυρήνες ανθηρών Ελληνικών παροικιών. Αργότερα ορισμένοι μετανάστευσαν στη Νότιο Αφρική και στην Αργεντινή και αρκετοί, ιδιαιτέρως περί τα μέσα του 20ου αιώνος, στην Αυστραλία.  Με την εργατικότητά των και την ευφυΐαν των έγιναν στις νέες τους πατρίδες σοβαροί οικονομικοί παράγοντες και υποδειγματικοί πολίτες. Οι ξενιτεμένοι αυτοί και φιλοπάτριδες Γερακίτες και στις νέες πατρίδες τους, δεν λησμόνησαν τη γενέτειρα τους φροντίζοντες κατά το δυνατόν να συμβάλλουν οικονομικώς σε διάφορα έργα που είχε ανάγκη το χωριό.

     Με χρήματα των ξενιτεμένων Γερακιτών και με την προσωπική εργασία των κατοίκων του χωριού χτίστηκε το καλλιμάρμαρο Δημοτικό Σχολείο, με τη χρηματοδότηση του Γεωργίου Κ. Κούρλα δημιουργήθηκε η Δημοτική Βιβλιοθήκη στο χωριό, με τη δωρεά των αδελφών Πολυμενάκου χτίστηκε το Γυμνάσιο /Λύκειο, με τη χρηματοδότηση του Δημητρίου Γ. Γερακού έγινε το αξιοθαύμαστο Ηρώο στη μνήμη των πεσόντων στους πολέμους Γερακιτών και με την ολική ή μερική χρηματοδότηση άλλων ξενιτεμένων ή και στην Ελλάδα κατοικούντων Γερακιτών πραγματοποιήθηκαν πολλά έργα στο Γεράκι. Παραλλήλως, ότι προσφέρθηκε σε χρήμα,  άλλο τόσο τουλάχιστον προσέφεραν σε αξία και οι ίδιοι οι κάτοικοι του χωριού με την προσωπική τους εργασία για τη διάνοιξη δρόμων και  την πραγματοποίηση πολλών άλλων κοινωφελών έργων μέσα στον οικισμό καθώς και στην περιφέρεια του χωριού. Για τα έργα αυτά η Ακαδημία  Αθηνών κατά την πανηγυρική συνεδρίαση στις 30 Δεκεμβρίου 1937, βράβευσε την Κοινότητα Γερακίου με το βραβείο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και την προέβαλε ως παράδειγμα προς μίμηση και από άλλες κοινότητες της Ελλάδος.

    Σημείωση: Οι πληροφορίες, οι οποίες αναφέρονται στην ιστορική διαδρομή του Γερακίου γράφτηκαν αρχικώς από τον αείμνηστο Παναγιώτη Ηλ. Πουλίτσα και συμπεριελήφθησαν στο ΄΄Λεύκωμα του Γερακίου΄΄, το οποίον εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε το 1940 με χρηματοδότηση του αείμνηστου Αποστόλου Βαλάση,  προέδρου της Κοινότητος Γερακίου την εποχή εκείνη και για πολλά χρόνια μετέπειτα. Το κείμενο που διαβάσατε σ΄αυτές τις σελίδες, ακολουθεί σε γενικές γραμμές το αρχικό, με τη διαφορά ότι έχει αποδοθεί στην καθομιλουμένη σήμερα  Ελληνική γλώσσα.

    Πιο ολοκληρωμένες μελέτες για τις τοιχογραφίες του οικισμού και του Κάστρου περιέχονται σε δύο τόμους ΄΄Γεράκι, οι Εκκλησίες του Οικισμού΄΄ του καθηγητή Ν. Κ. Μουτσόπουλου και του αναπληρωτή καθηγητή της Βυζαντινής Αρχαιολογίας Γ. Δημητροκάλη και στο βιβλίο ΄΄Γεράκι, οι Τοιχογραφίες των Ναών του Κάστρου΄΄ του Γ. Δημητροκάλη.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΣΤΡΟ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

 

''Κάστρο μικρό είναι και στενούτσικο, το μάκρος του πάει από Βοριά σε Νότο, όπως είναι θεμελιωμένο και το βουνό. Η πόρτα βρίσκεται κατά το ηλιοβασίλεμα, μικρή και πλουμισμένη με κεραμίδια, που'ναι κι όλο-όλο το στολίδι του. Στη μέση ο τοίχος είναι γκρεμισμένος, από μακριά να παρομοιάζει το Κάστρο ίδιο αγρίμι με σπασμένο το ραχοκόκαλο. Στέκουνται ακόμα καλά οι δυο άκριες αψηλές και περήφανες, μάλιστα είναι απείραχτη η τάμπια, π'αγναντεύει κατά το γαρμπή με τα μπεντένια της και με τις γωνιές της καλά διατηρημένες. Το άλλο είναι χαλασμένο λίγο ως πολύ, εξόν από τη Βορινή άκρη που στέκεται όρθια, όπως το κοράκι της πλώρης στο τρεχαντήρι. Από την Ανατολήν είναι πιο απόγκρεμο κ'οι τοίχοι πιο στεκάμενοι. Σώζεται μια στέρνα. Στη μέση λένε πως γκρεμίσανε πριν χρόνια τον τοίχο που κοιτάζει κατά το ηλιοβασίλεμα, για να βλέπουνε από το χωριό το χορό που κάνουνε κάθε χρόνο μέσα στο Κάστρο.....''

Φώτης Κόντογλου, Το Κάστρο του Γερακιού, ''Πειραϊκή-Πατραϊκή'', αριθ.84 Ιούν. 1962 σ.28

Οταν, μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, το 1204, οι Φράγκοι έγιναν κύριοι και της Πελοποννήσου, διαίρεσαν αυτή σε δώδεκα βαρονίες ή τοπαρχίες. Μια από αυτές ήταν και το Γεράκι με την περιοχή του που δόθηκε στο Γάλλο Βαρόνο Γκι Ντε Νιβελέ, που έχτισε , το 1209, το Κάστρο πάνω σ'αυτό το δίκορφο βουνό, για να επιτηρεί τους ανυπόταχτους και γενναίους Τσάκωνες και για να διαφεντεύει το φέουδό του. Το Γεράκι φαίνεται δεν έμεινε πολλά χρόνια στα χέρια του Φράγκου. Το 1249, το παίρνει ο υιός του Ιωάννης.

Το 1262 δόθηκε στους Βυζαντινούς μαζί με τα κάστρα Μιστρά, Μονεμβασιάς και Μάνης (κατά τον χρονογράφο του 13ου αιώνα Γεώργιο Παχωμέρη ) για να ελευθερώσουν τον ηγεμόνα τους Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο και άλλους Βαρόνους και ιππότες που πιάστηκαν αιχμάλωτοι στην μάχη της Πελαγονίας το 1259 από τον Μιχάλη Παλαιολόγο. Διακόσια χρόνια έμεινε στα χέρια των Ελλήνων, που ήταν ένα από τα στηρίγματα του Δεσποτάτου του Μιστρά. Τότε το Γεράκι σημείωσε την πιο μεγάλη κοινωνική και θρησκευτική ακμή.

Μέχρι το 1460 που το πήραν οι Τούρκοι πολλές δυνατές οικογένειες Ελλήνων της Πελοποννήσου πέρασαν από την περιοχή του όπως φαίνεται από μια επιγραφή που βρέθηκε σε ένα μάρμαρο στην Κάτω Βρύση, οι Δυνατοί, οι Σεβαστοί, οι Κοντολέοντες, οι Μελισσηνοί και άλλοι.

Το 1463 το κατάλαβαν οι Βενετοί για πέντε μόνο χρόνια όπου το 1468 πέφτει πάλι στα χέρια των Τούρκων μέχρι το 1685 οπότε ο Μοροζίνης απελευθερώνοντας την Πελοπόννησο από τους Τούρκους το κράτησε μέχρι το 1715 και έπειτα το πήραν πάλι μέχρι το 1821.

Γενικά το κάστρο έμεινε περισσότερο στα χέρια των Ελλήνων και υπήρξε ένα από τα περισσότερο γνωστά δυναμάρια της Πελοποννήσου. Εκτός της σπουδαιότητας των μνημείων του, έχει και εθνική σημασία. Βρίσκεται στο μέσο περίπου του δρόμου Μιστρά - Μονεμβασίας. Ήταν ο στρατιωτικός σταθμός που εξασφάλιζε τη συγκοινωνία των δυο μεγάλων εκείνων βυζαντινών κέντρων: του Δεσποτάτου του Μιστρά και της πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 

Χρονολογίες κατοχής του κάστρου:

 

1204-1262 χτίστηκε από τον Guy de Nivelet (Φραγκοκρατία)

1262-1460 από τους Βυζαντινούς

1460-1463 από τους Τούρκους

1463-1468 από τους Βενετούς

1468-1685 από τους Toύρκους

1685-1715 από τους Έλληνες

1715-1821 από τους Toύρκους

1821- από τους Έλληνες

 


Ο ναός του Αγίου Γεωργίου

Κτίσθηκε αρχικά ως δίκλιτος ναός με ημικυκλικές αψίδες ιερού, έχοντας ενσωματώσει σε β' χρήση στο εσωτερικό του παλαιοχριστιανικά γλυπτά. Μεταγενέστερα προστέθηκε τα νότιο κλίτος και τριμερής νάρθηκας στα δυτικά. Δυσερμήνευτη παραμένει η χρονολόγηση των διαφόρων φάσεων του κτιρίου καθώς και δυτικά στοιχεία (οικόσημα κ.α.) που απαντούν στο ναό. Ο αρχικός πυρήνας του πιθανόν ανήκει σε μεσοβυζαντινούς χρόνους. Οι τοιχογραφίες, που εικονογραφούν μόνο το βόρειο και μεσαίο κλίτος, εμφανίζουν εικονογραφικό πρόγραμμα κατά τη βυζαντινή παράδοση. Τεχνοτροπικά εντάσσονται στη ζωγραφική του Δεσποτάτου του Μορέως, των αρχών του 14ου αιώνα. Το προσκυνητάρι με τις περίτεχνες διακοσμήσεις και τα φράγκικα στοιχεία, που περιβάλει την τοιχογραφία του επώνυμου αγίου του ναού, στο βόρειο κλίτος, πρέπει να προστέθηκε ταυτόχρονα ή λίγο μετά την τοιχαγράφηση. Μέσα στο ιερό, εμφανίζεται ως τοπικός άγιος, ο Επίσκοπος Μονεμβασίας Πέτρος, που έλαβε μέρος το 787 στη Ζ' Οικουμενική Σύνοδο. Σημαντικό είναι και το τέμπλο από πορόλιθο.

Ο ναός της Αγίας Παρασκευής

Σταυρεπίστεγου τύπου ναός υστεροβυζαντινών χρόνων με ερειπωμένα σήμερα προσκτίσματα στα βόρεια και τα νότια. Από τη ζωγραφική του, που κατά κύριο λόγο ανήκει στο α' μισό του 15ου αιώνα σώζεται μεγάλο μέρος. Ενδιαφέρουσα η παράσταση με τις έξι ψιλόλιγνες μορφές των δωρητών της εκκλησίας, στο δυτικό τοίχο, καθώς και της Αγ. Παρασκευής, στο βόρειο, την οποία περιβάλλει πώρινο προσκυνητάρι με ανάγλυφες και εγχάρακτες διακοσμήσεις με γεωμετρικά σχέδια και ζώα.

Ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής

Μονόκλιτη, καμαροσκέπαστη με θολωτό νάρθηκα στα δυτικά αναφέρεται σε επιγραφή ως μονή. Εξωτερικά, πλούσιες, πώρινες διακοσμήσεις πλαισιώνουν τα ανοίγματα και τις κόγχες του ναού. Στο εσωτερικό, η ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ζωγραφική, που εκφράζεται με κομψές, ψηλές και λεπτές μορφές, αγαπά το έντονο κόκκινο, κάνει όμως και ευρεία χρήση λευκού χρώματος. Επιγραφή στις τοιχογραφίες, χαμένη σήμερα, χρονολογούσε τη φιλοτέχνησή τους στα 1431, περίοδο που υπήρξε ιδιαίτερα δημιουργική στο Γεράκι και την ευρύτερη περιοχή του.

Ο ναός των Ταξιαρχών

Σταυρεπίστεγου τύπου ναός, με πλατειά ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά και μεταγενέστερων χρόνων νάρθηκα στα δυτικά. Πώρινα πλαίσια με ανάγλυφες και εγχάρακτες διακοσμήσεις περιβάλλουν την είσοδο καθώς και τις μικρές κόγχες στο δυτικό και βόρειο τοίχο. Αφιερωμένος στους αρχάγγελους Μιχαήλ και Γαβριήλ, διατηρεί εσωτερικά τις ολόσωμες παραστάσεις τους, στον αποσπασματικά σωζόμενο ζωγραφικό διάκοσμο, που χρονολογείται στο α' μισό του 15ου αιώνα. Στο βόρειο τοίχο, από τη σειρά των θαυμάτων του αρχαγγέλου Μιχαήλ, ξεχωρίζει η θριαμβευτική Άλωση της Ιεριχούς από τον Ιησού του Ναυή

 

 

 

ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου


Είναι ο σημερινός ενοριακός ναός, στο κέντρο του χωριού. Κτίσθηκε σύμφωνα με επιγραφή στο νότιο τοίχο το 1702 (ΑΨΒ) στον τύπο βασιλικής με τρούλο, ενώ μεταγενέστερα επεκτάθηκε στα δυτικά και προστέθηκε και πολυώροφο κωδωνοστάσιο στη νότια όψη. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο χρυσώθηκε το 1735 από τον ιερομόναχο "Ιερεμία εξ Αδαμίου".

 

 

 

Ο ναός της Ευαγγελίστριας

Μικρός, μονόχωρος, σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο που έχει διακοσμηθεί με πολύ καλής τέχνης τοιχογραφίες του δεύτερου μισού του 12ου. Διατηρούνται πολύ καλά και μας επιτρέπουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τη ζωγραφική εκείνης της εποχής αλλά και για τις επιδράσεις τους στη ζωγραφική άλλων ναών της περιοχής. Ο τρόπος που αποδίδονται οι μορφές και η πτυχολογία τους χαρακτηρίζεται ως Κομνήνειος. Κυριαρχεί μια έντονη διάθεση για διακόσμηση, τα χρώματα είναι πλούσια, με εντυπωσιακό το έντονο γαλάζιο.

 

Ο ναός του Αγίου Αθανασίου

Βρίσκεται στο σημερινό νεκροταφείο. Δίστυλος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο και χρονολογείται κοντά στα τέλη του 12ου αιώνα. Διατηρεί μέρος των τοιχογραφιών του, που μπορούν να τοποθετηθούν στο τέλος του 13ου. Στοιχεία λαϊκότροπα παρατηρούνται στη ζωγραφική του, ενώ εντυπωσιάζει η υπερφυσική παράσταση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον βόρειο τοίχο, που συσχετίζεται και με σκηνές θαυμάτων του, πιθανώς δε και με αρχική αφιέρωση του ναού.

Ο ναός του Αγίου Σώζοντος

Δίστυλος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός και χρονολογείται στο β' μισό του 12ου αιώνα με οκτάπλευρο τρούλο που μιμείται τους αθηναϊκούς. Το εικονογραφικό προγραμμα του τρούλου ακολουθεί εκείνο της Ευαγγελίστριας. Τοιχογραφίες διασώζονται ακόμη στο ιερό και σε άλλα μέρη του ναού, αποσπασματικά, οι οποίες μπορούν να χρονολογηθούν στο 13ο αιώνα.


Ο ναός του Ιωάννη του Χρυσόστομου

Μονόχωρος καμαροσκέπαστος ναός, με ημικυκλική κόγχη ιερού και εσωτερικά τυφλά αψιδώματα. Γύρω από την είσοδο έχουν εντοιχιστεί τμήματα Διατάγματος του Διοκλητιανού περί των τιμών. Κατάγραφος εσωτερικά από ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες μιας τέχνης που έχει φανερή αγάπη στην διακόσμηση, διατηρεί και άλλους αρχαϊσμούς, όμως τα λαϊκότροπα στοιχεία, η ζωντάνια και ο ρεαλισμός άλλοτε των μορφών τη συνδέουν με ζωγραφική αναλόγων μνημείων της περιοχής του Δεσποτάτου. Χρονολογείται στις αρχές του 14ου αιώνα.

Εσωτερική τοιχογραφία

Ο ναός του Αγίου Νικολάου

Δίκλιτος ναός, του οποίου το νότιο κλίτος προστέθηκε μεταγενέστερα. Διασώζει λίγες αλλά εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες του τέλους του 13ου αιώνα. Πρόκειτε για ζωγραφική στην οποία γίνονται φανερά τα νέα μηνύματα της Παλαιολόγειας τέχνης αν και επιβιώνουν και παλαιότερες τεχνικές. Οι μορφές χαρακτηρίζονται από ευγένεια και πνευματικότητα.

Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων

Σταυρεπίστεγου τύπου ναός, υστεροβυζαντινών χρόνων, με εντοιχισμένα στην εξωτερική τοιχοποιία αρχαία γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη με επιγραφές. Στο εσωτερικό δεν διασώζεται ζωγραφικός διάκοσμος.


Η Κόκκινη Εκκλησιά

Θολοσκεπής Βασιλική, στη διασταύρωση του δρόμου προς Ζαραφώνα

 

Τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική

 

Βρίσκεται στη θέση "Μητρόπολη", στα ανατολικά του οικισμού και πιθανολογείται οτι κατέλαβε τη θέση του αρχαίου ναού του Άρεως. Η βασιλική είχε εν μέρει ανασκαφεί το 1937 οπότε και διαπιστώθηκε ότι σε μεταγενέστερα χρόνια είχε υποστεί μετασκευές και ο ναός είχε περιοριστεί μόνο στο μεσαίο κλίτος. Πλησίον της διέρχεται τμήμα υδραγωγείου ρωμαϊκών χρόνων.

 

Ο ναός του Προφήτη Ηλία Δάφνης

(12ου αιώνα) Τρίκογχος εγγεγραμμένου σταυρού με τρούλο καταλήγοντα σε άνω σε γείσα ευθέα χτισμένος στη θέση Δάφνη

 

ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΤΙΚΑ ΚΙΛΙΜΙΑ

 

Από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μέχρι σήμερα, πολλές γυναίκες ασχολούνται με την οικιακή υφαντουργία. Τα "Γερακίτικα κιλίμια" γνωστά σε όλη την Λακωνία αλλά και τους γειτονικούς Νομούς, αναφέρονται σε προικοσύμφωνα διαφόρων περιοχών της Πελοποννήσου ήδη από τον 18ο αιώνα.  

       Για την ποιότητα κατασκευής και τα εμπνευσμένα παραδοσιακά τους σχέδια, οι “Γερακίτικοι τάπητες” κέρδισαν βραβεία και επαίνους τόσο στη Διεθνή Έκθεση της Βιέννης του 1873, όσο και στην Εθνική Γενική Έκθεση των Αθηνών του 1888, όπου είχαν εκτεθεί.  

       Σήμερα, τα “Γερακίτικα κιλίμια” αποτελούν τη βασική υποδομή στην “παραδοσιακή διακόσμηση” ενός σπιτιού, εντυπωσιάζοντας με την πρωτοτυπία των σχεδίων και την ιδιαίτερη τεχνική τους, που παραδίδεται και διατηρείται αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά.  

       Αναβιώνοντας την παλιά τέχνη, οι αγρότισσες του Γερακίου, ίδρυσαν Οικοτεχνικό – Χειροτεχνικό Συνεταιρισμό, με την επωνυμία “Εργάνη”. Υφαίνουν παραδοσιακά σε όρθιο αργαλειό και διαθέτουν τα υφαντά τους σε μόνιμο εκθετήριο – πρατήριο, στην πλατεία της Κωμόπολης.

 

Ακολουθεί κείμενο του Νίκου Ζαχαράκη.

Η ζωντανή παράδοση της υφαντικής σε ένα χωριό της Λακωνίας

Κατά κοινή ομολογία ζούμε σε μια εποχή όπου προβάλλει επιτακτικά το 
αίτημα της διαφύλαξης και μετάδοσης στις νεότερες γενιές των μορφών 
πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας του λαού μας, του λαϊκού μας 
πολιτισμού. Η διαφύλαξη των παραδεδομένων ηθών  και εθίμων είναι το 
μέσο εκείνο που θα μπορούσε στο μέτρο του εφικτού, δεδομένης της 
παγκοσμιοποίησης που επεκτείνεται πέρα από το χώρο της οικονομίας και 
στον αντίστοιχο του πολιτισμού αποσκοπώντας στην συγκρότηση μιας 
κοινής πολιτισμικής ταυτότητας, να συμβάλλει προς την κατεύθυνση της 
διασφάλισης της ιδιαιτερότητας μας. Μιας ιδιαιτερότητας η οποία δεν 
πηγάζει από αξιολογικού τύπου εκτιμήσεις, αλλά απαλλαγμένη από 
σύνδρομα ανωτερότητας διεκδικεί το δικαίωμα στην διαφορετικότητα. Το 
έργο αυτό αναλαμβάνουν κατά καιρούς σύλλογοι διαφόρων ειδών, 
επιμορφωτικοί, πολιτιστικοί, εξωραϊστικοί. Χωρίς να θέλουμε να 
μειώσουμε την αξία του έργου τους οφείλουμε παρ' όλα αυτά να 
επισημάνουμε ότι στα πλαίσια της δράσης των φορέων αυτών η παράδοση 
εκλαμβάνεται μερικές φορές  ως κάτι στατικό, ως μια μορφή δημιουργίας 
που αναφέρεται στο παρελθόν , ως είδος μουσειακό. Δεν θα πρέπει να μας 
διαφεύγει όμως το γεγονός ότι η παράδοση είναι κάτι το ζωντανό , μια 
διαδικασία η οποία υπό άλλους όρους και ίσως σε όχι τόσο ευρεία 
κλίμακα εξακολουθεί να υφίσταται στην πρωτογενή της μορφή ως 
δημιούργημα και όχι ως μουσειακό αντικείμενο. Πρόσφατα είχα την τύχη 
να βρεθώ σε ένα τέτοιο χώρο, σε μια οικιακή βιοτεχνία στο Γεράκι και 
να δω από κοντά τη δουλειά μιας τοπικής υφάντριας της Χρυσούλας 
Σταματοπούλου. Η κ. Σταματοπούλου εξακολουθεί να υφαίνει στον ορθό 
αργαλειό, χαλιά και φλοκάτες πατώντας στα χνάρια της τεχνογνωσίας και 
της τεχνοτροπίας των παλαιότερων γυναικών του Γερακίου. Στην πορεία 
της συζήτησης μας είχα την ευκαιρία να μάθω αρκετά πράγματα τόσο για 
την ισ! τορία της υφαντικής στο χωριό όσο και για τις τεχνικές βαφής 
και επεξεργασίας των νημάτων.

      Όσον αφορά τις απαρχές της οικιακής βιοτεχνίας υφαντών στο 
Γεράκι δεν μπορούμε να μιλήσουμε με απόλυτη ακρίβεια, το βέβαιο όμως 
είναι ότι βρίσκεται στην ακμή της κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής 
κυριαρχίας, εποχή που ταυτίζεται κατά την Άλκη Κυριακίδου- Νέστορος με 
την άνθηση αυτού που ονομάζεται παραδοσιακός πολιτισμός. Το παλαιότερο 
σωζόμενο υφαντό του χωριού χρονολογείται στα μέσα του 17ου αιώνα.

       Τα Γερακίτικα υφαντά ξεχωρίζουν για την ποικιλία των χρωμάτων 
και των διακοσμητικών μοτίβων τους. Στοιχεία όπως ο δικέφαλος αετός, ο 
πετεινός και το δένδρο της ζωής με τους συμβολισμούς που περικλείουν 
είναι κυρίαρχα. Η θεωρία της χρήσης του δέντρου ως συμβόλου του κύκλου 
της ζωής(γέννηση-θάνατος-αναγέννηση) και επομένως συμβόλου του κόσμου, 
επιβεβαιώνεται  και εδώ μέσω της προφορικής παράδοσης η οποία διέσωσε 
τη λαϊκή κοσμοαντίληψη μέσω της σημειολογίας του διακοσμητικού 
μοτίβου. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το πορτοκαλί ,το βυσσινί και 
το βαθύ κόκκινο, στο κέντρο του υφαντού (τον λεγόμενο κάμπο, με τον 
όρο να συνιστά αντανάκλαση στο δημιούργημα της αντίληψης του χώρου εκ 
μέρους του δημιουργού), ενώ διάσπαρτα συναντούμε το λευκό, το πράσινο 
και το καναρινί. Όπως πληροφορήθηκα από την υφάντρια, η βαφή των 
νημάτων γινόταν με τη χρήση αυτοσχέδιων φυτικών βαφών. Το σκούρο καφέ 
για παράδειγμα έβγαινε από τη φλούδα της καρυδιάς ενώ το κόκκινο από 
το ριζάρι που το έφερναν από τον Κοσμά. Η ποικιλία των χρωμάτων, ο 
πλούσιος διάκοσμος που συνέτεινε στην καλλιτεχνική πέρα από τη 
χρηστική τους αξία , καθώς και η ανθεκτικότητα τους έκανε τα 
Γερακίτικα υφαντά γνωστά στην ευρύτερη περιοχή. Οι υφάντριες του 
χωριού δούλευαν κυρίως κατά παραγγελία ετοιμάζοντας τις προίκες των 
εύπορων γυναικών από τα γύρω χωριά. Σε προικοσύμφωνα της περιόδου 
γίνεται συχνά αναφορά στα γερακίτικα χαλιά. Με την πάροδο του χρόνου 
βέβαια και την εμπορευματοποίηση του υφαντού η τέχνη αυτή άρχισε να 
φθίνει σταδιακά.

      Μια προσπάθεια διάσωσης της υφαντικής παράδοσης έγινε με το 
σύλλογο Εργάνη ο οποίος ιδρύθηκε από τις γυναίκες του χωριού. Σήμερα 
ελάχιστες πλέον ασχολούνται με την ύφανση στον αργαλειό μια και είναι 
μια δουλειά ιδιαίτερα επίπονη καθώς απαιτεί πολλές ώρες ενασχόλησης. 
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η κ. Χρυσούλα 'είναι ημέρες που χρειάζεται 
να δουλέψεις 12 με 14 ώρες προκειμένου να τελειώσεις μια παραγγελία. 
Οι παλαιότερες γυναίκες έχουν όλες κάνει εγχείρηση στους καρπούς 
εξαιτίας της πολύωρης καταπόνησης των χεριών'. Παρά τις όποιες 
δυσκολίες όμως συνεχίζει με μεράκι την τέχνη αυτή όχι τόσο για το 
κέρδος όσο για τη χαρά της δημιουργίας. Επιθυμία της είναι να 
μεταδώσει την τέχνη αυτή και στις νεώτερες κοπέλες προκειμένου να μην 
χαθεί αφού μετά από μερικά χρόνια η ίδια δεν θα είναι σε θέση πλέον να 
δουλέψει. Πριν από κάποια χρόνια είχε ξεκινήσει ένα πρόγραμμα με 
πρωτοβουλία της Νομαρχίας τα χρονικά περιθώρια όμως δεν επαρκούσαν 
παρά μόνο για την μύηση στα βασικά της τέχνης του αργαλειού. Εκείνο 
που απαιτείται είναι μια πιο συντονισμένη προσπάθεια για την ανάδειξη 
και την διάσωση των τεχνικών αυτών του παρελθόντος που  επιβιώνουν ως 
τις μέρες μας χάρη στο μεράκι και την προσπάθεια ανθρώπων όπως η 
κ.Χρυσούλα. Απλών ,ανώνυμων, καθημερινών ανθρώπων που συντελούν χωρίς 
να το συνειδητοποιούν, στη διάσωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, 
συνιστώντας τους φορείς διάδοσης της

Νίκος Ζαχαράκης.   Σεπτέμβριος 2008

 (Ο Νίκος Ζαχαράκης  κατάγεται από τη Σπάρτη και αυτή τη στιγμή (2008)
κάνει το μεταπτυχιακό του πάνω στη λαογραφία στο πανεπιστήμιο 
Ιωαννίνων).

Ολες οι παραπάνω πληροφορίες πάρθηκαν από την ιστοσελίδα του Συνδέσμου των εν Αττική Γερακιτών  www.geraki.info.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΜΠΟΡΟΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΓΕΡΑΚΙΟΥ

Λακωνία Ενημέρωση

Ένα πολύχρωμο ζαφείρι που γλυκολαμπυρίζει τις χιλιοπλούμιστες ομορφιές του μέσα στην...

Στο Δήμο Μονεμβάσιας λειτουργεί Πρόγραμμα Τηλεϊατρικής, με στόχο την πρόληψη και την προαγωγή...

Ο Σύλλογος Φίλων Προστασίας του ποταμού Ευρώτα, με την υποστήριξη της Περιφερειακής Ενότητας...

Η Περιφέρεια Πελοποννήσου, το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού του Υπουργείου Άμυνας και η Υπηρεσία...

Το χρονοδιάγραμμα πληρωμής των αποζημιώσεων που εκκρεμούν για τις επιχειρήσεις και τους...

«Ο Επιμελητηριακός θεσμός είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για το πώς θα αναπτυχθεί η...

Σχολιάστε με το Facebook

Σχόλια

Γεράκι, Οδηγίες για το πώς θα πάω

Συμπληρώστε παρακάτω.

Γεράκι, GR
Δώστε τη διεύθυνση, τον ταχυδρομικό κωδικό και/ή την πόλη από όπου θα ξεκινήσετε το ταξίδι σας.

Γεράκι

Javascript is required to view this map.
Ξενοδοχεία σε Αργολίδα
Ξενοδοχεία σε Αρκαδία
Ξενοδοχεία σε Κορινθία
Ξενοδοχεία σε Λακωνία
Ξενοδοχεία σε Μεσσηνία
Ξενοδοχεία σε Αχαΐα
Ξενοδοχεία σε Ηελία
Αργοσαρωνικό και Κύθηρα

Αναζήτηση Οικισμού

Κοντά σε Γεράκι

Οικισμός Απόσταση (σε ευθεία)
Βελωτά 2.60 km
Βρονταμάς 5.87 km

Χάρτης κοντινών οικισμών

Javascript is required to view this map.